Η τρόικα επιμένει να κοπεί ο 12ος και 14ος μισθός στους συνταξιούχους και του ιδιωιτκού τομέα. Επιμονή που καταντάει εμονή.
Η δειλία σε όλο της το μεγαλείο.
Αφού κατάκλεψαν τα πάντα, βάζουν χέρι και στους πιο αδύναμους κρίκους.
Υπάρχει ο κλέφτης ο οργανωμένος κι ο ξεφτυλισμένος.
Κατά την έκφραση "τι κάνεις ρε? κλέβεις εκκλησιές?"
Η λαϊκή αυτή έκφραση σημαίνει βάζω χέρι σε κάτι που είναι απροστάτευτο, αφύλαχτο, πιο αδύναμο από μένα.
Υπάρχουν όρια γελοιότητας και κοροϊδίας. Αυτή τη στιγμή τα ξεπερνάμε όλα. Κι αυτό που φέρνει περισσότερη οργή δεν είναι απλά η εικόνα του ηλικιωμένου που θα πέσει στην εξαθλίωση, είναι η στυγνή τιμωρία του να αισθάνεται κάθε μέρα πως είναι το απόλυτο περίσσευμα.
Ενα πολιτικό σύστημα που τονίζει σε κάθε ευκαιρία πως ένα μέρος του πληθυσμού είναι απλά άχρηστο, και όχι μόνο, είναι φύρα, περιττό έξοδο, ανούσιο μείον στα ταμεία.
Η πολιτική των περήφανων γηρατειών, μετατρέπεται σε πολιτική τελευταίας στάθμης γηροκομείου. Εκείνα τα γηροκομεία που τα παιδιά παρατάνε τους ενοχλητικούς παππούδες γιατί είναι ανεπιθύμητοι στο σπίτι τους.
Ηδη η τρίτη ηλικία έχει να παλαίψει με προβλήματα που δεν τα αντιλαμβάνεται κανείς σε όλο το μέγεθός τους, παρά μόνο φυσικά αν φτάσει εκεί. Οι ασθένειες, η κούραση χρόνων δουλειάς, οι πληγές που βγαίνουν στην επιφάνεια από μια ζωή βάσανα και στερήσεις, η κατάθλιψη, ο φόβος του θανάτου. Η λαχτάρα πως είναι οι τα τελευταια χρόνια , η αντίστροφη μέτρηση.
Στη δε ελληνικη οικογένεια τι είναι στην ουσία η σύνταξη του παππού ή της γιαγιάς? Το χαρτζηλίκι στα εγγονάκια. Το τσοντάρισμα στα παιδιά που έχουν ανάγκη. Η αξιοπρέπεια του να συνεισφέρεις ακόμα και να μην είσαι βάρος.
Δεν είναι παράξενο που δείχνουν αυτή την απαξίωση στη τριτη ηλικία. Οι γονείς τους δεν ζουν με 400 ευρώ σύνταξη. Οπως δεν ζουν και τα παιδιά τους με 800 ευρώ μισθό του γονιού ή με το τίποτα του άνεργου γονιού. Οπως δεν χρειάζεται να πανικοβάλλονται στη παραμικρή ασθένεια γιατί έχουν κάρτες ασφάλειας απεριόριστης νοσηλείας και κάτι εκατομύρια κομπόδεμα σε περίπτωση ασθένειας.
Γνωρίζουν όμως τι είναι ανήθικο. Αν ήταν τόση μεγάλη η ανάγκη διάσωσης ώστε να μπουν στο στόχαστρο και οι πιο αδύναμοι πληθυσμοί, θα μπορούσαν να βάλουν όρια κι εκεί στο ποιους ακριβώς θα αγγίξει. Θα μπορούσε να γίνει μια κατανομή σε υψηλο-συνταξιούχους, σ΄εκείνους που έχουν μαζί με τη σύνταξη μεγάλες περιουσίες, εκείνους που θα είχαν μεγαλύτερες δυνατότητες από άλλους.
Η ανηθικότητα όμως βγάζει μάτι ακριβώς από τις αποφασεις μιας συνολικης κρεατομηχανής. Κόβω σε όλους. Δεν ξεχωρίζω. Δεν εξετάζω. Δεν κουράζομαι να βρω λύσεις. Τσεκούρι. Κι οποιος ζήσει έζησε.
Η μάνα μου παίρνει 460 ευρώ σύνταξη. Μετά από χρόνια δουλειάς όπου έφαγε τα μάτια της πάνω στις ραπτομηχανές και τα κοφτήρια... Το περίφημο δώρο της είναι 460 ευρώ και 230. Αν ήταν μόνη της δεν θα μπορούσε ούτε το γιαούρτι ν΄αγοράσει.. Κι όμως βοηθάει εμένα, τα παιδιά μου. Από αυτά τα τετρακόσια ψωροευρώ η μόνη της εννοια είναι πως να έρθει το δώρο να κάνει τη πάσα στα εγγόνια και γελάει ολόκληρη όταν το καταφέρνει. Είναι η αιτία ύπαρξη του γέλιου της ακόμα αυτή η δυνατότητα.
Σε κάποιους ακόμα κι αυτό το χαμόγελο μοιάζει ενοχλητικό. Υπερβολικά σπάταλο. Την οραματίζονται ζητιάνα. Η δίψα της απληστίας τους δεν θέλει χαμογελαστούς ανθρώπους, θέλει ζητιάνους. Η ευτυχία τους δεν είναι ολοκληρομένη αν δεν υπάρχει η δυστυχία των άλλων.
Τι οφελεί να κάνεις τα κερδοσκοπικά σου παιχνίδια, να βγάζεις δισεκατομύρια, να είσαι ο απόλυτο κυρίαρχος του παιχνιδιού αν δεν έχεις γύρω σου χαμένους και τελειωμένους? Η απόλυτη ευτυχία της απληστίας είναι αυτή. Να έχεις τη στυγνότητα να κοιτάς κατάματα όσους πεθαίνεις για να ζήσεις εσύ.
Να περνάς τα φανάρια με το πολυτελές αυτοκίνητο και ν΄απλώνονται χέρια να σε παρακαλάνε. Να υπάρχουν μέρη στη πόλη που ζεις που οι άνθρωποι με τα ποντίκια είναι ίδιοι, κι εσύ να νοιώθεις μια ευτυχία που δεν χρειάζεται να περνάς από εκείνα τα σοκάκια. Να μπαίνεις σε μια επιχείρηση εκατό ορόφων και να μην χρειαστεί ποτέ να σταματήσεις το ασανσέρ σε άλλο όροφο εκτός από τον εκατοστό. Να κάνεις τις καθημερινές σου δραστηριότητες στο χώρο σου και να έρχονται οι άλλοι σε σένα. Ο δάσκαλος των παιδιών σου, ο κομμωτής σου, ο μασέρ σου, ο μάγειρας, ο γιατρός σου, ο δικηγόρος σου, οι μάνατζέρ σου, ο παπάς σου, οι δούλοι σου γενικότερα να είναι όχι απλά πρόθυμοι αλλά και περήφανοι αν τους ανοίξεις τη πόρτα σου.
Και να νοιώθεις πως είσαι ο παίκτης. Οι κυβερνήσεις? Τα τιποτένια τσιράκια που τους δίνεις εντολή μ΄ενα τηλεφώνημα από το ιδιωτικό νησί που απολαμβάνεις την ηλιοθεραπεία σου μ΄ενα δροσερό κοκτέιλ.
Περιμένουμε αποφάσεις από κυβερνήσεις που είναι ακριβώς ότι είμαστε κι εμείς. Δούλοι. Τι θέλετε να κάνουν? Οτι κάνουμε εμείς στον εργοδότη κάνουν κι εκείνοι στους δικούς τους. Σκεφτείτε όμως πως υπάρχει μια μεγάλη διαφορά. Οπως ο εργοδότης μπορεί να απολύσει εκείνους το ίδιο δικαίωμα έχουμε κι εμείς.
Να τους απολύσουμε. Αυτοί μπορούν να μας πατήσουν. Εμείς όμως μπορούμε να τους απολύσουμε. Γιατί όλα αυτά που έχουν δεν είναι τίποτα άλλο από αυτά που εμείς παράγουμε, εμείς αγοράζουμε, εμείς καταναλώνουμε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου