Χαιρετηθήκαμε χθες στη δουλειά, άντε καλή ψήφο κλπ. Πήγε να γίνει μια συζήτηση πολιτική η οποιά τελικά κατέληξε σε φτηνο χαβαλέ. Αναλωθήκαν (εγώ καθόμουν λίγο πιο εκεί και παρακολοθούσα) σε πονηρά πειραγματάκια, καλαμπουράκια και περιγραφές του τύπου, όλα τα λεφτά είναι οι πίτσες και τα μπιρόνια κι η πλάκα που θα γίνεται το βράδυ της κυριακής....
Δεν ξέρω αλλά κάποια στιγμή το μπέρδεψα. Δεν ήξερα αν έχω καταλάβει καλά. Τη κυριακή περιμένουμε εκλογές ή κάποιο καινούργιο "αλ τσαντίρ?" Είχα την αίσθηση πως αν έμπαινα στη μέση για να πω αυτά που σκέφτομαι, αν ξεκίναγα να μιλάω για όλα όσα θα έπρεπε να σκεφτεί κανείς πριν, το πολύ πολύ θα έμοιαζα μ΄εκείνα τα διαλείματα σοβαρότητος που κάνει ο Λαζόπουλος ανάμεσα στα βιντεάκια του youtube...
Ζούμε σε μια νεοελλάδα που θέλει και τη Πετρούλα της. Ζούμε σε μια νεοελλάδα που δίδαξε τους νέους να σκέφτονται περιληπτικά. Είναι ένας τρόπος e-σκέψης. Κάνω ένα κλικ στο λινκ που μου φαίνεται πιο πιασάρικο και φτιάχνω ένα μπανεράκι με το πρόβλημά μου. Από τη μια οι δεινόσαυροι της πολιτικής κι από την άλλη οι facebookωμένοι νεολαίοι...
Κι όταν γίνει κάποιο μπάχαλο στο κέντρο της Αθήνας ενημερωνόμαστε ότι έγινε από κάποια τσογλάνια που θέλουν να χαλάσουν την ησυχία των καθως πρέπει πολιτών. Ακόμα κι όταν ένα παιδί βρεθεί πεσμένο σ΄ενα πεζοδρόμιο , γιατί όπως το παλιό ανέκδοτο του πέρασε απο το μυαλό μια σφαίρα, γίνεται μια δίμηνη? τρίμηνη? επανάσταση των e-mails κι ένα ακόμα μπανεράκι..
Καθώς περνάνε συνέχεια εικόνες από το μυαλό μου απ΄οσα έχω ζήσει, από κείνη τη πρώτη μεταπολιτευτική συναυλία στο γήπεδο της λεωφόρου που μ΄ειχε πάρει η μάνα μου από το χέρι κι είχαμε φτασει στο γρασίδι κάτω από την εξεδρα κι έβλεπα για πρώτη φορά ένα ολόκληρο λαό να τραγουδάει με μια ψυχή, μέχρι σήμερα που νοιώθω να είμαι σ΄ενα άδειο γήπεδο γεμάτο φαντάσματα, αναλογίζομαι τη κατάσταση του πατέρα μου και φρικάρω.
Ο πατέρας μου ζει ακόμα ευτυχώς, αλλά πρέπει να έχει πεθάνει τη ζωή του κάπου εκεί μετά το πόλεμο. Στη συνέχεια κάποιος άλλος πήρε τη θέση του κι έκανε υπομονή να με μεγαλώσει υποκύπτοντας στη φάρσα ζωής που κάποιος του είχε σκαρώσει. Η ζωή του πρέπει να έκλεισε το πιο μεγάλο της κύκλο όταν παρέδωσε το όπλο του, πήρε και μια κονσέρβα δώρο και δυο λίρες αγγλίας και πήγε στο παλιό του σχολείο στο χωριό να συνεχίσει να μάθει γράμματα. Εκεί στη δημοκρατική πλέον Ελλάδα που θάδινε ίσα δικαιώματα στα παιδιά της τον περίμενε ο δάσκαλος που θα μόρφωνε τα παιδιά της μεταπολεμικής Ελλάδας και του είπε απλά...
"τι θες εσύ εδώ τάδε? να σηκωθείς να πας στη Μόσχα να μορφωθείς εδώ το σχολείο είναι για τα ελληνόπουλα" και τον έδιωξε.
Κάπου εκεί ξεκίνησε να κάνει απλά υπομονή για όλα τα διωξίματα που θα έτρωγε. Θα ολοκλήρωνε αυτή τη φάρσα όταν έπεσε το τείχος, έπεσαν όλα κι εκείνος εισέπραξε ένα έμφραγμα. Θες τα τσιγαρα, θες η κατάρευση της ιδεολογίας του, θες η κατάρευση της πατρίδας του που γλύτωσε μεν από το κομουνισμό αλλά δε γλύτωσε από την εξαθλίωση, τον έκαναν να βάλει τρια μπαι πας στις αρτηρίες κι άλλα τόσα στο μυαλό και κλείστηκε στο δωμάτιο μ΄ενα τηλεκοντρόλ στο χέρι να βρίζει ανενόχλητος....
Σήμερα αυτό που αληθινά τον ανησυχεί είναι αυτός ο νέος ιός της γρίππης. Μη τυχόν και του φέρουμε τον ιο εμείς οι απέξω. Κι εμείς οι απέξω κυκλοφορούμε ανενόχλητοι γεμάτοι ιούς, αλλά ευτυχώς ελεύθεροι. Ελεύθεροι να επιλέξουμε βρε αδελφέ μεταξύ των καταθλιπτικών ιδεολόγων και της Πετρούλας. Κι επιλέγουμε πετρούλα. Γιατί έτσι μας γουστάρει. Αυτό είναι ελευθερία, δημοκρατία. Να μπορείς να επιλέγεις ανάμεσα στα λουλούδια ή τα σκουπίδια. Κι όταν η πλειοψηφία διαλέξει πάλι σκουπίδια, κι εσύ κι εγώ θα ζήσουμε στη χωματερή ελεύθεροι.
Δεν υπάρχει το όλοι μαζί για κάτι καλύτερο. Εχει πεθάνει εδώ και πολλά χρόνια. Η καρέκλα που έχει αδειάσει στη τάδε δημόσια υπηρεσία είναι μια. Η το δικό μου παιδί θα τη πιάσει ή το δικό σου. Και όχι δεν είμαι νοσταλγός του παρελθόντος, γιατί προέρχομαι κι εγώ από μια γενιά που μεγάλωσε στο εδώ και τώρα , χωρίς χτες , χωρίς αύριο. Δεν μπορώ να νοσταλγήσω κάτι που ποτέ δε γνώρισα ούτε να ονειρευτώ κάτι που ποτέ δε θα γίνει. Μεγάλωσα και μεγαλώνω τα παιδια μου στη χώρα της αρπαχτής.
Ονειρα για τις επόμενες 48 ώρες. Και κάπου κάπου μια διαμαρτυρία, μια επανάσταση που διαρκεί όσο διαρκεί ενα αλ τσαντίρ. Τη δευτέρα μπορεί να είναι αυτή η κυβέρνηση ή η άλλη. Εγώ όμως θα είμαι το ίδιο φυτό. Ενα φυτό απότιστο, διψασμένο από μια πνευματική ξηρασία που κρατάει χρόνια τώρα. Ενα φυτό που θα καταλήξει κάποια μέρα αποξηραμένο στη παγκόσμια συλλογή. Καταθλιπτικοί που είναι αυτοί οι ιδεολόγοι.
Αφιερώνω λοιπόν στο γέροντα που κάθεται στο μέσα δωμάτιο το παρακάτω τραγούδι, όχι γιατί είμαι ιδεολόγος, (πάντα τσακωνόμασταν άλλοστε για χιλιάδες πράγματα) αλλά γιατί απλά ηταν , είναι ένας υπέροχος άνθρωπος που βάδισε όλη του τη ζωή μ΄ενα σταυρό στο χέρι το δικό του σταυρό και σήμερα δεν μας αφήνει να μπούμε ούτε καν στα όνειρά του. Κρατάει μια τελευταία λάμψη για εκείνον. Κλεισμένη μέσα σε μια μικρή κονσέρβα.
Για σένα λοιπόν πατέρα, που θάρθεις σιγά σιγά και θα μου πεις. Για διάβασέ μου. Τι έγραψες σήμερα?
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου